ΣΕΛΙΔΕΣ

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Η καλλιέργεια της ελιάς σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής

Οι κλιματικές αλλαγές οφείλονται σε φυσικά αίτια καθώς και σε ανθρώπινες δραστηριότητες. Βασικά στοιχεία της κλιματικής αλλαγής είναι η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας και ακραία φαινόμενα όπως καύσωνες ή πλημμύρες, η μείωση του διαθέσιμου νερού και η μείωση της γονιμότητας του εδάφους. Ο ελαιοπαραγωγός υφίσταται τις συνέπειες με τη
μορφή ζημιάς στην ανθοφορία και χαμηλής παραγωγής καρπού ή και πλήρους ακαρπίας.
Αναλύουμε τις βέλτιστες γεωργικές πρακτικές, αξιοποιώντας και τα συμπεράσματα του προγράμματος oLIVECLIMA του LIFE+ της ΕΕ.

6 βέλτιστες γεωργικές πρακτικές

  1. Ανακύκλωση κλαδεμάτων ως υλικό εδαφοκάλυψης και θρέψης
anakiklosi-kladion-klademaΗ συνηθισμένη πρακτική διαχείρισης των κλαδιών μετά το κλάδεμα των ελαιόδεντρων είναι η άμεση καύση τους στο χωράφι. Αυτή η πρακτική έχει πολλά μειονεκτήματα, τα κυριότερα των οποίων είναι η απελευθέρωση στην ατμόσφαιρα αερίων θερμοκηπίου και η καταστροφή ενός πολύτιμου οργανικού υλικού. Η πρακτική που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο έργο είναι ο τεμαχισμός των κλαδιών και η απόθεσή τους στο έδαφος, ώστε μακροπρόθεσμα να αυξηθεί η οργανική ουσία του εδάφους.

anakiklosi-kladion-kladema
Ανακύκλωση κλαδιών μετά το κλάδεμα

Ήδη προγραμματίζεται από το ΥΠΑΑΤ το μέτρο «Διαχείριση φυτικών υπολειμμάτων ελαιοκαλλιέργειας», που θα δίνει κίνητρα στους παραγωγούς για την ανακύκλωση των φυτικών υπολειμμάτων των κλαδεμάτων.
Από πολλές αναλύσεις που έχουν γίνει, αποδεικνύεται ότι το υλικό των κλαδεμάτων των ελαιοδέντρων μπορεί να αξιοποιηθεί μέσα στον ίδιο τον ελαιώνα, τόσο ως πηγή θρεπτικών στοιχείων όσο και ως εδαφοβελτιωτικό, δηλαδή ως μέσο εμπλουτισμού του εδάφους με οργανική ουσία (αποθήκευση άνθρακα).
Οι ιστοί των φύλλων και των λεπτών κλαδιών αποτελούν άριστη πηγή θρεπτικών στοιχείων, ενώ τα χονδρά κλαδιά (όσα δεν απομακρύνονται για χρήση ως καυσόξυλα) αποτελούν αποθήκη άνθρακα, δηλαδή πηγή οργανικής ουσίας μετά την αποσύνθεσή τους. Δεν συνιστάται, επομένως, το κάψιμο των κλαδεμάτων, αλλά η αξιοποίησή τους (εκτός από τις περιπτώσεις κλαδεμάτων από δένδρα με ασθένειες, που αυτά θα πρέπει να καίγονται για την αποφυγή επέκτασης της μόλυνσης σε υγιή δένδρα).
Με την ανακύκλωση, επιστρέφουμε στο έδαφος θρεπτικά στοιχεία και σταδιακά μειώνεται η ανάγκη προσθήκης χημικών λιπασμάτων. Επίσης, επειδή καλύπτεται το έδαφος με τα θρυμματισμένα υλικά, περιορίζεται η ανάπτυξη ζιζανίων και αποθηκεύεται καλύτερα το νερό της βροχής στο έδαφος.
2. Αξιοποίηση παραπροϊόντων ελαιοτριβείου με εφαρμογή στο έδαφος (φερτάρδευση).
Τα υποπροϊόντα των ελαιοτριβείων αντιμετωπίζονται ως απόβλητα που πρέπει με κάποιο τρόπο να απομακρυνθούν. Στην πραγματικότητα περιέχουν πολύτιμα συστατικά που μπορούν να φανούν χρήσιμα ως συμπληρωματικό στοιχείο θρέψης των καλλιεργειών, με την απαραίτητη προσοχή στη δοσολογία, τον χρόνο και τρόπο εφαρμογής, την ανάμειξη με άλλα υλικά, την επεξεργασία, όπου χρειάζεται κ.λπ. Η πρακτική που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο έργο είναι η εφαρμογή στο χωράφι των «αποβλήτων» με βάση το σκεπτικό της ανακύκλωσης: επιστρέφουμε την ποσότητα που προέκυψε από την επεξεργασία του καρπού που παράχθηκε στο συγκεκριμένο αγροτεμάχιο.paragogi-organikou-lipasmatos-elaiotriveio

paragogi-organikou-lipasmatos-elaiotriveio
Παραγωγή οργανικού λιπάσματος απο παραπροϊόντα ελαιοτριβείου

Αυτή την περίοδο υπογράφεται κοινή υπουργική απόφαση για την τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου περιβαλλοντικής αδειοδότησης των ελαιουργείων. Με την εν λόγω τροποποίηση δίνονται επιπρόσθετες δυνατότητες στα μικρής και μεσαίας δυναμικότητας ελαιουργεία για τη διαχείριση των αποβλήτων τους.
3. Αξιοποίηση υποπροϊόντων ελαιοκαλλιέργειας μετά από κομποστοποίηση.
Η αξιοποίηση οργανικών υλικών μετά από κομποστοποίηση προσφέρει μια οικονομική και οικολογική λύση θρέψης των φυτών και βελτίωσης της γονιμότητας του εδάφους. Παράλληλα, προσδίδοντας έναν θετικό ρόλο σε υλικά που στο παρελθόν είτε δεν θεωρούνταν χρήσιμα είτε αποτελούσαν και περιβαλλοντικό κίνδυνο (ρύπανση υδάτων από απορροή αποβλήτων, εκπομπή επικίνδυνων αερίων στην ατμόσφαιρα από καύση κλαδιών κ.λπ.), γεννάται προοπτική αποφόρτισης των συγκεκριμένων προβλημάτων.
4. Τροποποίηση της ζιζανιοχλωρίδας για αύξηση της δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα.
Σε πολλούς ελαιώνες, η φυσική βλάστηση είτε είναι πολύ φτωχή, λόγω εντατικής ζιζανιοκτονίας είτε έχει περιορισμένη ποικιλότητα, λόγω υψηλής ανταγωνιστικής ικανότητας ζιζανίων, όπως η κόνυζα και η μολόχα. Επιπλέον, η δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα είναι περιορισμένη. Στο πλαίσιο του έργου, πραγματοποιείται ενίσχυση της βιοποικιλότητας με σπορά μιγμάτων φυτικών ειδών που έχουν δοκιμαστεί και έχουν δείξει θετικά στοιχεία. Επιπλέον, τα συγκεκριμένα μίγματα ψυχανθών-αγρωστωδών δεσμεύουν διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα και προσφέρουν οργανική ουσία και άζωτο βελτιώνοντας τη γονιμότητα του εδάφους.
5. Τροποποίηση του κλαδέματος των ελαιοδέντρων για αύξηση της δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα μέσω της φωτοσύνθεσης
Το κλάδεμα είναι καθοριστικής σημασίας εργασία για την ανάπτυξη και παραγωγικότητα των ελαιόδεντρων αλλά και τη δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα. Στους επιλεγμένους ελαιώνες δίνονται οδηγίες για τη διαμόρφωση της κόμης των δέντρων κατά τέτοιο τρόπο ώστε να βελτιστοποιηθεί η αξιοποίηση της ηλιακής ακτινοβολίας και να μεγιστοποιηθεί η δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα, ώστε να έχουμε καλύτερη βλάστηση και παραγωγή καρπού.isoropia-vlastisis-karpoforias-me-kladema

isoropia-vlastisis-karpoforias-me-kladema
Ισορροπία βλάστησης και καρποφορίας με κλάδεμα

Επίσης, ανάλογα με τις βροχοπτώσεις, προσαρμόζουμε το μέγεθος του δέντρου με χειμερινό ή θερινό κλάδεμα, έτσι ώστε να αντέξουν τα δέντρα στην ξηρασία και να έχουμε ικανοποιητική παραγωγή καρπού.
6. Ελάχιστη ή καθόλου καλλιέργεια του εδάφους για περιορισμό της διάβρωσης και καταστροφής της οργανικής ουσίας
Η καλλιέργεια (όργωμα) του εδάφους σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί σε επιδείνωση της διάβρωσης και σε μείωση της περιεκτικότητας του εδάφους σε οργανική ουσία. Η πρακτική που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο έργο είναι η ελάχιστη δυνατή διατάραξη του εδάφους ώστε να προστατευθεί αυτός ο πολύτιμος φυσικός πόρος από τη διάβρωση και την υποβάθμιση.

Συμπέρασμα

Εφαρμόζοντας τη διαθέσιμη τεχνογνωσία, μπορούμε να περιορίσουμε τις αρνητικές επιπτώσεις και να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη που προκύπτουν από τις γεωργικές δραστηριότητες, ώστε να καταστήσουμε τη γεωργία ένα πολύτιμο σύμμαχο στον αγώνα περιορισμού της κλιματικής αλλαγής και προστασίας του περιβάλλοντος, μεγιστοποιώντας παράλληλα το εισόδημα των ελαιοπαραγωγών.

Επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελαιοπαραγωγή

Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει άμεσα την ελαιοπαραγωγή, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το κλίμα των ελαιοκομικών περιοχών. Οι αποδόσεις των ελαιώνων και η ποιότητα των παραγόμενων ελαιοκομικών προϊόντων εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το κλίμα. Ο βαθμός επηρεασμού της ελαιοπαραγωγής από την κλιματική αλλαγή εξαρτάται από: α) την ένταση της κλιματικής αλλαγής, β) την αγροοικολογική ζώνη (τοποθεσία) της ελαιοκαλλιέργειας, β) από την καλλιεργούμενη ποικιλία και γ) τις ελαιοκομικές πρακτικές. Συνεπώς, οι επιπτώσεις δεν αναμένεται να είναι οι ίδιες σε όλες τις ελαιοκομικές περιοχές και σε όλες τις ποικιλίες (ελαιοποιήσιμες και επιτραπέζιες).
Όσον αφορά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελαιοπαραγωγή, αυτές σε μεγάλο βαθμό είναι αρνητικές. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα και ειδικά οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών επηρεάζουν άμεσα τον βιολογικό κύκλο (φυσιολογία και φαινολογία) των ελαιοδέντρων. Έτσι, επηρεάζεται η διαφοροποίηση των οφθαλμών, η ανθοφορία και η καρπόδεση και εν γένει η παρενιαυτοφορία. Ως αποτέλεσμα, και σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, εμφανίζεται όλο και πιο συχνά το φαινόμενο της ακαρπίας των ελαιοδέντρων σε αρκετές ελαιοκομικές περιοχές. Για τον λόγο αυτόν, συνιστάται οι παραγωγοί να περιορίζουν όσο το δυνατόν την παρενιαυτοφορία των ελαιοδέντρων με την ενδεδειγμένη διαχείριση του ελαιώνα και, πρωτίστως, με α) την ορθή διαχείριση και αύξηση της εδαφικής γονιμότητας του εδάφους του ελαιώνα, β) την επιμελημένη θρέψη των ελαιοδέντρων και γ) την ενδεδειγμένη χρονικά συγκομιδή και αποφεύγοντας κατά τη συγκομιδή βλάβες στην καρποφόρα κόμη των ελαιοδέντρων. Τέλος, η παρατεταμένη ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζουν την ποιότητα των ελαιοκομικών προϊόντων και ειδικά του ελαιολάδου.elia1-klimatiki-allagi-epiptoseis
elia1-klimatiki-allagi-epiptoseis
Πέραν των αρνητικών, υπάρχουν και θετικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελαιοκαλλιέργεια της χώρας. Σχετίζονται κυρίως με τους πληθυσμούς του δάκου της ελιάς και τη δακοπροσβολή του ελαιοκάρπου λόγω μείωσης των πληθυσμών σε συνθήκες αυξημένων θερμοκρασιών και μειωμένης σχετικής υγρασίας, ειδικά κατά τη διάρκεια του θέρους. Επίσης, σχετίζονται με την ωρίμανση και πρωίµιση του χρόνου συγκομιδής του ελαιοκάρπου.
Για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής στον ελαιώνα, οι ελαιοκαλλιεργητές θα πρέπει να εφαρμόζουν ενδεδειγμένες καλλιεργητικές πρακτικές. Οι καλλιεργητικές αυτές πρακτικές σχετίζονται με:
  1. τη διαχείριση της κόμης ελαιοδέντρων, που θα πρέπει να γίνεται με συστηματικό και επιμελημένο κλάδεμα. Ως γνωστόν, με το κλάδεμα ρυθμίζεται το μέγεθος της κόμης του ελαιοδέντρου και, άρα, η φωτοσύνθεσή του, οι απώλειες νερού και οι υδατικές ανάγκες του, καθώς και το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας. Τα υπολείμματα του κλαδέματος δεν θα πρέπει να καίγονται. Συνιστάται να τεμαχίζονται και να επιστρέφουν ως οργανικά υλικά στον ελαιώνα, είτε να χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία φυτικής κοπριάς (κομπόστα).
  2. την ελάχιστη κατεργασία του εδάφους με κατάλληλα εργαλεία εδαφοκατεργασίας, ώστε να ελαχιστοποιείται η διάβρωση και η συμπίεσή του. Επίσης, συνιστάται η εδαφοκάλυψη με φυσικά υλικά κατά τη διάρκεια του έτους και ειδικά την περίοδο των βροχοπτώσεων. Η συμμετοχή ψυχανθών στην εδαφοκάλυψη είναι σημαντική. Τέλος, σημαντική είναι η αύξηση της βιοποικιλότητας, ειδικά της χλωρίδας, με αποφυγή καλλιεργητικών εργασιών που τη μειώνουν, όπως η άσκοπη εντατική εδαφοκατεργασία και η αναίτια χρήση ζιζανιοκτόνων.
  3. την ισορροπημένη λίπανση με ετήσια ορθολογική χρήση λιπασμάτων βάσει των αναγκών των ελαιοδέντρων και λαμβάνοντας υπόψη τις κλιματικές συνθήκες κατά την εφαρμογή τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αλόγιστη και λανθασμένη χρήση αζωτούχων λιπασμάτων ευθύνεται για τις εκπομπές υποξειδίου του αζώτου που συντελούν στην κλιματική αλλαγή.
  4. τη συστηματική παρακολούθηση των πληθυσμών και των προσβολών των εχθρών των ελαιοδέντρων πριν από την εφαρμογή επεμβάσεων καταπολέμησής τους. Με τον τρόπο αυτόν, αποφεύγονται άσκοπες, με υψηλό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος, επεμβάσεις. Σημειώνεται ότι η βιολογία των εχθρών της ελιάς επηρεάζεται όπως και το δέντρο της ελιάς από την κλιματική αλλαγή.
  5. την ορθή χρήση αποδοτικών μεθόδων άρδευσης, όπως η στάγδην άρδευση, στους ελαιώνες. Είναι αναγκαία μια και, λόγω της κλιματικής αλλαγής, θα μειωθεί η διαθεσιμότητα του νερού άρδευσης και θα αυξηθεί το κόστος του σε πολλές περιοχές. Η κάλυψη των υδατικών αναγκών των ελαιώνων είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις επιτραπέζιες ποικιλίες.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι και οι ελαιοπαραγωγοί χρειάζεται να ελαχιστοποιήσουν τη συνεισφορά των ελαιώνων τους στην κλιματική αλλαγή. Η καλλιέργεια της ελιάς επηρεάζει το κλίμα θετικά και αρνητικά. Θετικά, κυρίως, με τη δέσμευση των αερίων του θερμοκηπίου, πρωτίστως του διοξειδίου του άνθρακα. Αρνητικά, με τις εκπομπές του αερίων θερμοκηπίου, κυρίως, με α) τις αλόγιστες καύσεις των υπολειμμάτων του κλαδέματος και β) την αλόγιστη χρήση καυσίμων από τον χρησιμοποιούμενο μηχανολογικό εξοπλισμό, π.χ. για εντατική εδαφοκατεργασία. Λιγότερο εντατικά συστήματα (ολοκληρωμένη και βιολογική διαχείριση) παρουσιάζουν ηπιότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όσον αφορά τη βιοποικιλότητα, την κατανάλωση ενέργειας και το αποτύπωμα του άνθρακα.
elies
Για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής απαιτείται μελέτη και έρευνα α) των εφαρμοζόμενων πρακτικών και τεχνολογιών, που συνεισφέρουν στην αειφορία των ελαιώνων και β) του ποικιλιακού δυναμικού των τοπικών ποικιλιών ελιάς, ώστε να υπάρχουν τα δεδομένα αξιολόγησης της κάθε ελαιοκομικής ζώνης και των ποικιλιών που θα αποτελέσουν τη βάση για τον σχεδιασμό απαιτούμενων ενεργειών προσαρμογής, ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Στις νέες φυτεύσεις, έμφαση θα πρέπει να δίνεται στις προσαρμοσμένες σε κάθε περιοχή αυτόχθονες τοπικές ποικιλίες. Προέχει η υποστήριξη των ελαιοπαραγωγών με πρακτικές γνώσεις και, εάν είναι αναγκαίο, με οικονομικά μέσα, ώστε να εξασφαλίσουν στο πλαίσιο της αειφόρου ελαιοπαραγωγής ένα ικανοποιητικό εισόδημα, εμπλουτίζοντας το περιβάλλον και παράγοντας άριστα ποιοτικά ελαιοκομικά προϊόντα. Αυτό θα εξασφαλίσει τη διατήρηση των ελαιώνων στις συνθήκες της κλιματικής αλλαγής και θα αποτελέσει τη βάση για μελλοντική αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων. Σημαντική είναι η ενημέρωση – εκπαίδευση των ελαιοπαραγωγών στις ορθές γεωργικές πρακτικές και τις σχετικές τεχνολογίες και η παροχή οδηγιών και κινήτρων για την υιοθέτησή τους ή αντικινήτρων για τη μη χρήση των ορθών γεωργικών πρακτικών.
Συντονισμός: Βασίλης Ζαμπούνης
Γράφουν: Δρ. Γεώργιος Κουμπούρης, Εντεταλμένος Ερευνητής,
Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών & Αμπέλου, ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ, Δρ. Ε. Μ. Καμπουράκης, Εργαστήριο Συστημάτων Οικολογικής Παραγωγής, Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου, Γενική Διεύθυνση Αγροτικής Έρευνας, Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός «Δήμητρα»