ΣΕΛΙΔΕΣ

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Tα λούπινα βάζουν φρένο στις εισαγωγές σόγιας


Μια παλιά καλλιέργεια, που σήμερα είναι νέα» λέει για τα λούπινα στην «Παραγωγή» ο γεωπόνος Κάσσανδρος Γάτσιος, περιγράφοντας τις δυνατότητες του φυτού.

Το λούπινο ανήκει στην οικογένεια των ψυχανθών. Υπάρχουν περί τα 300 είδη, και από αυτά καλλιεργούνται το λευκό, το κίτρινο και το κυανό. Είναι ποώδες φυτό, ετήσιο, ορθόκλαδο. Έχει ριζικό σύστημα, που αναπτύσσει διακλαδώσεις, και μια κεντρική κατακόρυφη ρίζα. Τα φύλλα των λούπινων είναι σύνθετα παλαμοειδή, τα δε φυλλάριά τους εκπτύσσονται κυκλικά γύρω από την άκρη του μίσχου.

Τα άνθη του μπορεί να έχουν λευκό, κίτρινο, κυανό, μαργαριτώδες χρώμα και εκπτύσσονται επάκρια σε βότρυς. Τα άνθη του φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανθέων των ψυχανθών. Τα λούπινα είναι φυτά αυτογόνιμα αλλά μπορούν να σταυρογονιμοποιηθούν με τη βοήθεια των εντόμων. Τα λευκά λούπινα είναι περισσότερο ευαίσθητα στο ψύχος. Μπορεί να καταστραφούν σε θερμοκρασίες -4 οC έως -5οC, ενώ αντέχουν περισσότερο στο ασβέστιο του εδάφους μέχρι περιεκτικότητα 5%-10%. Τα κυανά λούπινα είναι τα πιο ανθεκτικά στις χαμηλές θερμοκρασίες, δεν αναπτύσσονται καλά σε αμμώδη εδάφη και προσαρμόζονται καλύτερα στα βαριά. Το κίτρινο λούπινο αντέχει στις χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά είναι αυτό που υποφέρει πιο πολύ από την υψηλή περιεκτικότητα ασβεστίου στο έδαφος. Αναπτύσσεται καλά σε αμμώδη εδάφη και έχει τις περισσότερες πρωτεΐνες.

Τα πλεονεκτήματα

Παρά τα πλεονεκτήματα που μπορούν να προσφέρουν στη διατροφή των ανθρώπων, αλλά και των ζώων, σήμερα τα λούπινα καλλιεργούνται συστηματικά σε ελάχιστες περιοχές. Οι παλιές ποικιλίες ήταν πικρές, αλλά τώρα είναι βελτιωμένες, αντέχουν στο κρύο και κάποιες περισσότερο στο ασβέστιο. Παλαιότερα υπήρχε το εμπόδιο στην εξάπλωση της καλλιέργειας αυτής από τα αλκαλοειδή που περιείχαν οι σπόροι του. Σήμερα, παράγονται σπόροι χωρίς αυτά. Τα λούπινα είναι πλούσια σε ανόργανα άλατα, όπως είναι το ασβέστιο, ο φωσφόρος, ο σίδηρος, το κάλιο, αλλά και ουσίες όπως είναι η βιταμίνη C, η θειαμίνη, η ριβοφλαβίνη κ.λπ.

Σε σύγκριση με άλλους ελαιούχους σπόρους, αλλά και το σιτάρι, φαίνεται ότι το λούπινο είναι φυτό που μπορεί να ανταγωνιστεί τη σόγια λόγω της πολύ υψηλής περιεκτικότητας που έχει σε πρωτεΐνες. «Τα λούπινα θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις εισαγωγές σόγιας και να γίνουν η βάση της κτηνοτροφίας» σημειώνει ο κ. Γάτσιος, προσθέτοντας πως έχουν κάθε δυνατότητα να καλλιεργηθούν στη χώρα μας. Στην Γαλλία πειραματικές εργασίες έδειξαν ότι τα λευκά λούπινα μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τη σόγια στα σιτηρέσια των κουνελιών και των άλλων μηρυκαστικών, μέχρι 75% στα σιτηρέσια των πτηνών και μέχρι 50% στα σιτηρέσια των χοίρων.

Στη διατροφή των ανθρώπων μπορούν να ενταχθούν ως αλεύρι, το οποίο έχει κιτρινωπό χρώμα και πρωτεΐνες έως 50%. Με βάση αυτό το αλεύρι, μπορούν να παραχθούν κέικ, μπισκότα, ενώ μπορεί να γίνει ενσωμάτωση στο 33% στο σιτάλευρο για το ψωμί. Στη Γερμανία έφτιαξαν παγωτό από λούπινα, ιδανικό για όσους έχουν δυσανεξία στη λακτόζη και στη γλουτένη. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων του ΟΗΕ, καλλιεργούνται περίπου 20 εκατομμύρια στρέμματα με λούπινα σε ολόκληρο τον κόσμο, εκ των οποίων το 60% καλλιεργείται για παραγωγή σπερμάτων και το 40% για βόσκηση, χλωρή λίπανση κ.λπ. Τρανό παράδειγμα αξιοποίησης του φυτού είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα του λούπινου στον κόσμο, η Αυστραλία, η οποία, ενώ πριν από 10 χρόνια δεν καλλιεργούσε καθόλου το λούπινο, τώρα το έχει βάλει σε 10 εκατομμύρια στρέμματα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το 2009 παρήχθησαν στην ΕΕ 140.000 τόνοι λούπινου, ενώ για να καλύψει η ΕΕ τις ανάγκες της σε σόγια εισήγαγε 13,5 εκατομμύρια τόνους σόγιας.

Η καλλιέργεια και οι αποδόσεις

Το πρώτο που θα πρέπει να προσέξει κανείς στην καλλιέργεια λούπινου είναι η περιεκτικότητα ασβεστίου. Σε εδάφη με περιεκτικότητα σε ασβέστιο μεγαλύτερη του 5%, η καλλιέργειά τους είναι προβληματική

. Τα κατάλληλα εδάφη έχουν pΗ 5-7. Τα λούπινα δεν απαιτούν πολύ γόνιμα εδάφη, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν σε φτωχά αμμώδη. Πριν από τη σπορά γίνεται η ίδια κατεργασία του εδάφους που γίνεται και για τα άλλα ετήσια ψυχανθή φυτά: όργωμα, φρεζάρισμα και σπορά και μια ελαφρά επικάλυψη του σπόρου με σβάρνα. Η λίπανση γίνεται με φώσφορο και κάλιο, ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται τα λιπάσματα που περιέχουν ασβέστιο.

Τα λούπινα είναι επίσης ευαίσθητα στην έλλειψη μαγγανίου. Σε περιοχές που καλλιεργούνται για πρώτη φορά τα λούπινα θα πρέπει να γίνεται ο εμβολιασμός του εδάφους με τα κατάλληλα αζωτοβακτήρια, ώστε να αναπτυχθούν οι συμβιώσεις τους με τις ρίζες και τα φυτά να προσλαμβάνουν τις απαραίτητες ποσότητες αζώτου που έχουν ανάγκη από την ατμόσφαιρα. Η σπορά στη νότια Ελλάδα μπορεί να γίνει το φθινόπωρο, ενώ στη βόρεια την άνοιξη. Γίνεται στα πεταχτά με το χέρι ή με μηχανή γραμμικά, σε αποστάσεις που απέχουν 40-50 εκατοστά και 25 εκατοστά φυτό από φυτό σε κάθε γραμμή. Το βάθος σποράς είναι στα 3-4 εκατοστά. Σε επικλινή εδάφη μπορεί να σπέρνονται οι σπόροι επιφανειακά, χωρίς καμία επικάλυψη, επειδή μπορούν να φυτρώσουν λαμβάνοντας την υγρασία του εδάφους. Οι σπόροι πρέπει να είναι στα οκτώ με δεκατέσσερα κιλά ανά στρέμμα.

Η συγκομιδή γίνεται από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο. Τα λούπινα δεν ωριμάζουν ταυτόχρονα, αλλά σταδιακά, και η συγκομιδή πρέπει να γίνεται έγκαιρα, ώστε να αποφεύγονται οι απώλειες από το τίναγμα των λοβών. Τα λούπινα έχουν διάφορους κοινούς εχθρούς: αθράκνωση, καστανή κηλίδα, βοτρύτιδα, σκληρωτίνια, αλλά και αφίδες είναι μερικοί από τους «κινδύνους». Οι στρεμματικές του αποδόσεις μπορεί να είναι 250-500 κιλά/στρέμμα. Όσο για το οικονομικό, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 300 με 500 ευρώ ανά στρέμμα. Το κόστος για τις καλλιεργητικές φροντίδες επιμερίζεται σε 100-200 ευρώ ανά στρέμμα.

Έρευνα για τις ιδιότητές τους

Στροφή στα λούπινα για την κάλυψη των αναγκών σε ζωοτροφές προτείνουν επιστήμονες, που τα συνιστούν ακόμα και σε ανθρώπους. Τη χρήση του λούπινου ως εναλλακτική καλλιέργεια στην Ελλάδα διερεύνησαν σε εργασία τους οι Σ. Λεοντόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Α. Φώσκολος και Κ. Πετρωτός, με επικεφαλής τον καθηγητή του Τμήματος Ζωικής Παραγωγής του ΤΕΙ Λάρισας Χρήστο Μακρίδη. «Με την καλλιέργεια του λούπινου, που είναι αυτοφυές στη χώρα μας, μπορούμε να καλύψουμε, με μικρό κόστος, τις ανάγκες σε πρωτεΐνες που απαιτούνται στις ζωοτροφές και να περιορίσουμε τις εισαγωγές σόγιας που χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων» εξήγησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Μακρίδης.

Παράλληλα, η εναλλακτική αυτή καλλιέργεια μπορεί να αξιοποιήσει όξινα εδάφη και να λειτουργήσει ως εδαφοβελτιωτικό εξαιτίας της αζωτοδέσμευσης. «Χώρες της Ευρώπης, όπως η Ιταλία και η Γερμανία, έχουν μια αυξητική τάση στην καλλιέργεια του λούπινου. Αναρωτιέμαι γιατί όχι και η Ελλάδα, που έχει το κατάλληλοπεριβάλλον και μπορεί να αποτελέσει μια οικονομική λύση για τον πρωτογενή τομέα» ανέφερε ο κ. Μακρίδης, διευκρινίζοντας ότι το φυτό δεν είναι απαιτητικό σε καλλιεργητικές φροντίδες, εισροές λιπασμάτων και φυτοπροστατευτικά προϊόντα και, κυρίως, αξιοποιεί φτωχά και άγονα εδάφη. Το μόνο μειονέκτημα του λούπινου είναι η λουπινίνη, η οποία μπορεί να προκαλέσει στα βόσκοντα ζώα τη λουπίνωση, που εκδηλώνεται με συμπτώματα διάρροιας, γενικής κατάπτωσης και ίκτερο.

Η λουπινίνη βρίσκεται στα φύλλα, στον κορμό, στους σπόρους και στις ρίζες και περιορίζει τη χρήση του λούπινου στη διατροφή των ζώων και του ανθρώπου. «Οι καινούριες όμως ποικιλίες περιέχουν μειωμένες συγκεντρώσεις της λουπινίνης, καθώς με γενετικές βελτιώσεις επιτυγχάνεται η μείωσή της σε ελάχιστα ποσοστά» εξήγησε ο κ. Μακρίδης. Όσον αφορά τη χρήση των καρπών στην ανθρώπινη διατροφή, επειδή βγάζουν μια πικράδα, συνηθίζεται να ακολουθούνται διάφοροι τρόποι «ξεπικρίσματος», όπως στα κουκιά. Η πτωτική πορεία της καλλιέργειας του λούπινου άρχισε στη χώρα μας τη δεκαετία του ’70, αλλά τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνει ο καθηγητής, παρατηρείται μια μικρή αύξηση στην καλλιέργεια και στην παραγωγή. «Είναι μια καλή λύση για τον περιορισμό των εισαγωγών σόγιας, για την αξιοποίηση των όξινων εδαφών, αλλά και για την κάλυψη των διατροφικών μας αναγκών» καταλήγει, προτείνοντας την επαναφορά του λούπινου στα τραπέζια μας. Άλλωστε, οι φυτικές ίνες που περιέχει ο πυρήνας των γλυκών λούπινων αντιπροσωπεύουν το 40% του βάρους του, το υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τα άλλα όσπρια.